…Της τάξης τρεις και ογδόντα

Image

Το Πάσχα καλώς ή κακώς είναι για τον περισσότερο κόσμο οικογενειακή γιορτή, που όλοι οι συγγενείς και στενοί οικογενειακοί φίλοι μαζεύονται μετά από καιρό που ίσως έχουν να συναντηθούν, μιλούν για τη ζωή τους, τα προβλήματά τους , την καθημερινότητά τους και γενικότερα προσπαθούν να ξεφύγουν από όλα αυτά αυτές τις λίγες μέρες ή ώρες που θα περάσουν μαζί. Μέχρι στιγμής όλα φαντάζουν ουτοπικά, σωστά; Τι άλλο καλύτερο από αυτό;

Κι εδώ είναι που αρχίζει το πρόβλημα. Νομίζω ότι όλοι έχουμε βρεθεί μπροστά σε μια αντιπαράθεση των συγγενών μεταξύ τους, ή έχουμε έρθει αντιμέτωποι με την καταπιεστική πραγματικότητα των μεγαλύτερών μας. Τι εννοώ; Δυστυχώς ο κόσμος στην πλειοψηφία του, δεν μπορεί να καταλάβει τη διαφορετικότητα του ενός ανθρώπου από τον άλλο, με αποτέλεσμα να έρχονται και οι συγκρούσεις.

Η νοοτροπία του Έλληνα είναι μετά τα όποια « άντα» του να ξεχνά πως υπήρξε νέος και να θεωρεί τον εαυτό του παράδειγμα υπεροχής και ανιδιοτέλειας και πως επιτυχία και ευτυχία για τον καθένα είναι αυτό που κάνει ο ίδιος (παρόλο που ο ίδιος είναι δυστυχισμένος), ή αυτό που ο ίδιος θεωρεί σωστό.

Και εδώ τίθεται το άλλο ερώτημα. Τι είναι σωστό; Και εάν είναι σωστό μόνο ένα πράγμα σε ολόκληρο τον πλανήτη γιατί υπάρχουν τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι με διαφορετικές αξίες και ιδανικά και είναι όλοι ευτυχισμένοι;

Γιατί πολλοί άνθρωποι με ομαδικό πνεύμα μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά, να κάνουν με αυτό τον τρόπο τον κόσμο καλύτερο και να νιώθουν πραγματική ευτυχία και κατάνυξη της ψυχής τους μέσα από αυτό; Όχι! Είναι λάθος και κατακριτέο από την τάξη των «τριών και ογδόντα», όπως είπε πολύ σωστά κάποτε και ο Παύλος σε ένα από τα τραγούδια του. Η γενιά των «τριών και ογδόντα», λοιπόν, θεωρεί πως όλοι οι άνθρωποι, αν δεν έχουν ως πρωταρχικό σκοπό στη ζωή τους να βρουν μια καλή δουλειά, να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά, τα οποία παρεμπιπτόντως θα κάνει προβληματικά ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο, είναι είτε αλήτες, είτε παλιόπαιδα, είτε κακή επιρροή για τα παιδιά της και για την ίδια.

Αν το σκεφτόταν λίγο βαθύτερα ένας εκπρόσωπος αυτών ίσως μπορούσε να μας απαντήσει στα παρακάτω ερωτήματα:

-Πως μπορεί να θεωρηθεί αλήτης ένας καλλιτέχνης, μόνο και μόνο επειδή είναι καλλιτέχνης;

-Πως μπορεί να θεωρηθεί αλήτης ένας άνθρωπος που αφιερώνει τη ζωή του στον εθελοντισμό και χαρίζει καθημερινά μια πιο εύκολη ζωή σε ορφανά, ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα με ειδικές ανάγκες;

-Πως μπορεί να θεωρηθεί αλήτης ένας μετανάστης πολέμου;

-Γιατί όλοι οι παραπάνω είναι αλήτες αν περνάνε μαζί ποιοτικό χρόνο προσφέροντας πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτιστικό έργο από αυτό που θα προσφέρει ποτέ οποιοσδήποτε άλλος;

Και τέλος…

-Γιατί ο διαφορετικός από εσένα είναι αλήτης, παρόλο που συνήθως είναι πολύ πιο αξιοπρεπής από εσένα και ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για πράγματα που έχουν σημασία, παρά για το καινούριο αξεσουάρ που μόλις κυκλοφόρησε;

Ίσως όλα αυτά να είναι μια αντίδραση καταπιεσμένης προσωπικότητας και χρόνιας δυστυχίας. Εγώ τουλάχιστον μόνο έτσι μπορώ να το εξηγήσω. Και δε θα μπορούσα να κλείσω καλύτερα παρά με το γνωστό στους περισσότερους από εμάς στίχο και μέσα από αυτόν να δώσω μια συμβουλή στους φίλους μας που φοράνε παρωπίδες: «Ας την καρδιά σου να τα πει, κι αμόλησε καλούμπα…»

Στο εγγυώμαι, θα νιώσεις καλύτερα.

Advertisements

Οι φαβέλες στην Ελλάδα

ImageImageΠρόσφατα η εκπρόσωπος τύπου Ν.Δ. Άννα Ασημακοπούλου απάντησε θρασύτατα στον Νίκο Χατζηνικολάου, στην ερώτησή του «ποια είναι τα χειρότερα» (που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο Ελληνικός λαός), αν έχει ακουστά τις φαβέλες στη Βραζιλία.

Κάποιος θα έπρεπε να ενημερώσει την κ. Ασημακοπούλου ότι το ποσοστό αστέγων αυξήθηκε κατά 27% τη διετία 2009-2011 κατά 48% την τελευταία διετία. Όλοι αυτοί λοιπόν, που ήδη έχετε διαγράψει από το τεφτέρι σας ως πολίτες, γιατί προφανώς δεν έχουν τίποτα να σας προσφέρουν και σε καμία περίπτωση δεν έχετε χρόνο για ασχοληθείτε μαζί τους αφού προέχει η οικονομία της χώρας, έχουν στήσει τις δικές τους «φαβέλες» στη Νέα Μάκρη, το Χαϊδάρι, το Περιστέρι, την Κινέτα, για να μην αναφέρουμε και τους υπόλοιπους που κοιμούνται διάσπαρτοι στα πεζοδρόμια και παγκάκια στο κέντρο και σας φανούν πολλοί. Γι’ αυτούς εκτός Αττικής ούτε λόγος!

Ας μην ξεχνάμε όλους τους συνταξιούχους καθηγητές, δημόσιους υπαλλήλους, δάσκαλοι που δε διορίζονται ποτέ, καλλιτέχνες, ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αποληθέντες του ΕΟΟΠΥ… Αυτοί και πάρα πολλοί άλλοι, που για να τους προσδιορίσουμε μόνο θα χρειαστούμε ένα τετράδιο τουλάχιστον, ζουν είτε κάτω από το όριο της φτώχειας, είτε στο δρόμο.

Νέες γειτονιές, συγκροτημένες από παλιά τροχόσπιτα, παράγκες από ξύλο και νάυλον και παλιό καλό τσίγγο έχουν κάνει την εμφάνισή τους σε όλη τη χώρα. Τι συμβαίνει σ’ αυτές τις γειτονιές; Πώς ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά και οι έφηβοι εκεί; πώς ζουν οι άνθρωποι εκεί;

Τα παιδιά αναγκάζονται να ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες και πάνω απ΄όλα επικύνδυνες για την υγεία τους. Η υγρασία, λάσπη και οι κατσαρίδες έχουν την τιμιτική τους σ΄αυτά τα «σπιτικά» καθώς και οι ασθένειες, οι οποίες έχουν χτυπήσει κόκκινο. Από την άλλη οι έφηβοι… Όλοι θυμόμαστε αυτή την ηλικία που δεν μπορείς να καθίσεις σπίτι, θες να πας για καφέ, σινεμά, για ποτό… Αν τα πεις αυτά σε οποιονδήποτε σημερινό μέσο Έλληνα έφηβο θα γελάει.

Τα παιδιά αρχίζουν ξανά να μαζεύνται στα πάρκα και τα στενά, τις παιδικές χαρές και τις πλατείες,και, αφού δεν μπορούν να πάνε κάπου αλλού, άρχισαν ξανά να αράζουν στα σκοτάδια.. Καθώς άλλοι θέλουν χαρτζιλίκι, άλλοι έχουν ανάγκη να φάνε και άλλοι απλά εθίζονται δεν ήταν καθόλου δύσκολο να αναπτυχθεί η εμπορία ναρκωτικών σ’ αυτές τις γειτονιές. Και όχι πια μόνο από εφήβους, αλλά οικογενειάρχες πρώην εισοδηματίες , οι οποίοι πια και οι ίδιοι προσπαθούν να «βγάλουν ένα μεροκάματο» για να ζήσουν την οικογένειά τους. Και συχνά λειτουργεί.

Η κ. Ασημακοπούλου μίλησε επίσης για πτώχευση και κόσμο που σκοτώνεται στα σούπερ μάρκετ για να φάει, που τρέχει στην τράπεζα για λεφτά κλπ. Έχει δίκιο. Εμείς σκοτωνόμαστε μόνο όταν έχει προσφορά το γάλα η τα μακαρόνια και πάμε και τα ψωνίζουμε με την κούτα, αλλά δεν είμαστε πλέον και τόσοι πολλοί που παίρνουμε γάλα για να σκοτωνόμαστε. Οι περισσότεροι δεν έχουν να πάρουν ούτε με την προσφορά. Αλλά και στις τράπεζες που σκοτωνόμαστε και πάμε τρέχοντας κάθε φορά, μην ανυσηχείτε. Κάθε φορά το λογαριασμό μας άδειο βρίσκουμε.

Τέλος η κ. Ασημακοπούλου έβγαλε ένα μικρό λογύδριο για το πώς ανακάμπτει η χώρα και στο τέλος αποδίδει το πρωτογενές πλεόνασμα ως το ότι στεκόμαστε στα πόδια μας πια και ζούμε με τα δικά μας μέσα από όλη αυτή τη φορολογία, που μας έχει επιβληθεί. Σας πληροφορώ, και σας το λέω μέσα από την καρδιά του κάθε Έλληνα φορολογούμενου πολίτη, πως δεν ζούμε με τα δικά μας. Εσείς ζείτε με τα δικά μας κι εμείς αργοπεθαίνουμε στο έλεος σας.

Image

White fucking Christmas

ImageΑκόμα πιο θλιβερή από ότι θα την περίμενε κανείς ήταν η εικόνα στο κέντρο της πόλης την τελευταία Κυριακή του χρόνου. Σκυθρωπά πρόσωπα χωμένα μέσα στα κασκόλ και τα παλτά κι ας ήταν γλυκιά η βραδιά. Τα παιδιά δεν έτρεχαν γύρω από τον Άη Βασίλη, αλλά τον κοιτούσαν θλιμμένα από μακριά κολλημένα στη φούστα της μαμάς τους. Ίσως να έφταιγε που μιλούσε κι αυτός με τον κύριο που πουλάει μαλλί γριάς λίγο πιο πέρα. Ούτε κι αυτοί  δουλέψαν φέτος. Λίγο πιο κάτω, μετά το  στολισμένο καράβι στο Σύνταγμα  ακούγεται μουσική. Δε φαίνεται να συμβαίνει και τίποτα το φαντασμαγορικό πάντως.  Σε μια τεράστια εξέδρα είναι δύο νέοι που δίνουν τη δική τους παράσταση τραγουδώντας με τη συνοδεία ενός πιάνου παλιά έντεχνα τραγούδια. Κανείς δε δείχνει να συγκινείται ιδιαίτερα πάντως, παρά την ευχάριστη αυτή νότα στη βραδιά.

Προχωρώντας παρακάτω, προς την Ερμού ο κόσμος αρχίζει να πυκνώνει και σιγά σιγά να διαφοροποιείται. Καλοβαλμένες κυρίες με τους συζύγους και νιόπαντρα ζευγάρια ακριβοντυμένα και φορτωμένα χριστουγεννιάτικα δώρα και ότι χρειάζεται για το ρεβεγιόν.  Παντού κατά μήκος του δρόμου υπάρχουν γριούλες που μετά βίας περπατάνε, άνθρωποι με κομμένα μέλη, λόγω πολέμου ή ατυχημάτων, μικρά παιδιά που ζητούν κυριολεκτικά ένα κομμάτι ψωμί για να φάνε. Κανείς δε σκέφτεται να βοηθήσει με κανένα τρόπο απ’ ότι φαίνεται, ούτε καν λόγω των ημερών! Η εικόνα σε κάνει να αναρωτιέσαι αν οι μεν έχουν υποστεί κάποια εκπαίδευση στο να αγνοούν παντελώς  αυτό που συμβαίνει γύρω τους ή αν οι δε είναι αόρατοι στους μεν. Προφανώς  οι μεν επιλέγουν συνειδητά να αγνοούν την  κατάσταση γιατί είναι αμαρτία τέτοιες μέρες να φορτώσουν το κεφάλι τους με αρνητικές σκέψεις. Αν παρατηρήσατε δεν έχω αναφέρει καθόλου τη «μεσαία τάξη», η οποία φαίνεται να έχει εκλείψει εδώ.

Λίγο πριν τελειώσει η «Χριστουγεννιάτικη βόλτα» στο κέντρο της  Αθήνας, κάπου στην πλατεία Μοναστηρακίου είναι ανοιχτό ένα μαγαζάκι 2 επί 3 τ.μ. περίπου,  που πουλάει αρώματα ιμιτασιόν. Το τι  γίνεται εκεί μέσα δεν περιγράφεται με λέξεις. Ορδές από παρέες οργισμένων έφηβων κοριτσιών και φουριόζων μεσόκοπων γυναικών σπρώχνονται ανελέητα. Ακριβώς απέναντι, σε μια άδεια αποθήκη μαζεύονται χρήματα για να προσφερθεί  φαγητό την πρωτοχρονιά  σε άστεγους και άπορες οικογένειες. Ένας παππούς και ένας σαραντάχρονος πόσο μπορούν να σπρωχτούν για να παραδώσουν την προσφορά τους;

Οι άστεγοι, ίσως και περισσότεροι από ποτέ αυτή την περίοδο, κουρνιάζουν σε σχεδόν όλες τις γωνιές και όλα τα σοκάκια. «Τουλάχιστον θα είμαστε  μαζί» λένε, «εδώ στη γειτονιά». Έχουν φτιάξει πια τις γειτονιές τους κι αυτοί, από χαρτόκουτα, γειτονιές ολόκληρες που στήνονται τη νύχτα και γκρεμίζονται  κάθε πρωί.

Κάπως έτσι  έληξε  η υπερεκτιμημένη βόλτα στη Χριστουγεννιάτικη Αθήνα, η οποία παρεμπιπτόντως φέτος είναι  πενιχρά στολισμένη. Ε, θα ήταν ειρωνικό αν ήταν διαφορετικά. Είδατε; το προέβλεψαν κι αυτό.  

Ας ελπίσουμε λοιπόν να μείνει πίσω μαζί με το 2013 που μας καταρράκωσε, αυτή η θλιβερή ατμόσφαιρα της  χώρας μας και αυτή η θλιβερή νοοτροπία της.  

Σα να μην πέρασε μια μέρα

Image  Κάνοντας μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας και ρωτόντας  απλούς, καθημερινούς ανθρώπους για το τι θα ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές ακούς συχνά την απάντηση X.A. Παλαιότερα ο κάθε ανίδεος θα μπορούσε να λέει ή ακόμα και να ψηφίσει πράγματι την προαναφερθείσα παράταξη, λόγω του ρατσιστικού χαρακτήρα  που μπορεί να διακατέχει τον καθένα, ή επειδή «μια χούντα μας χρειάζεται» όπως πολλοί συνεχίζουν και λένε, ή επειδή οι ξένοι μας πήραν τις δουλειές κλπ.

Αυτή η αντίληψη κυκλοφορούσε κάποτε, κάπως διαφοροποιημένη βέβαια, στις περισσότερες γυναικοπαρέες που θα συναντούσες (Μ.Ο. Ηλικίας 35-55) για τις Ρωσίδες, Ουκρανές, Πολωνέζες και γενικότερα για τις «ξένες» (κατά προτίμηση αυτές που κατάγονται από το πρώην Ανατολικό Μπλόκ) που τους πήραν τους άντρες.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι όπως όλοι ξέρουμε εάν ο Έλληνας ήθελε τη δουλειά του (ή τη γυναίκα του) κανείς δεν θα την έδινε σε άλλον. Στην Έλλάδα όμως που όλοι θέλουμε να είμαστε αφεντικά μου φαίνεται απόλυτα λογικό να θέλουμε και μια γυναίκα που κάνει τουμπεκί αν με καταλαβαίνετε.

Πώς να πάμε μπροστά με αυτά τα μυαλά; Αυτό αναρρωτιέται και ο κόσμος και γι’ αυτό καταλήγει τώρα πια στη Χ.Α. νομίζοντας πως έτσι θα γίνει κάτι δραστικό, κάτι πρακτικό, πέρα από λόγια και υποσχέσεις και θα μπορέσουμε έτσι να γίνουμε μια χώρα πιο συγκροτημένη και πολλά άλλα που αγγίζουν τα όρια της παραλογίας αν τα βάλει κάτω και τα ζυγίσεις.

Υπάρχει και μια άλλη μερίδα ανθρώπων που αναγκάζεται από τις συνθήκες διαβίωσης πια να υποστηρίξει αυτή την παράταξη, χωρίς ίδεολογικά να τη στηρίζει, αλλά επειδή μπορεί σε αυτές τις περιπτώσεις να τους παρέχει φαγητό  (που σημαίνει μια τσάντα πατάτες κάθε τόσο) που αν μη τι άλλο το χρειάζονται για να ζήσουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους και να τους βρίσκει μια δουλειά (στην οποία συχνά μπορεί να μη βρουν και ανταπόκριση) και αν κάποιος είναι πιο «της πιάτσας» βγάζει και κανένα μεροκαματάκι παραπάνω άμα λάχει. Μέχρι και η γιαγιά μου μια φορά το σκεφτόταν και μου έλεγε «Μπορεί να μην είναι όλα ιδανικά με αυτούς, αλλά και με ποιόν είναι; Τουλάχιτον αυτοί βοηθάνε. Ειδικά εμάς τους ηλικιωμένους που δεν μπορούμε, μέχρι και στην τράπεζα για να πάρουμε άφοβα τη σύνταξη μας πάνε.»

Και άντε να πεισεις τώρα τη γιαγιά ότι είναι αλλιώς. «Ποιούς βοηθάνε»..

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα είναι πως οι ίδιοι που λειτουργούν κατά αυτόν τον τρόπο, είναι  οι ίδιοι  που αναφέρονται στα ρουσφέτια και τις προβοκάτσιες, που όλα τα χρόνια συγκαλύπτουν όλοι οι άλλοι εκτός αυτών. Αυτοί είναι που μιλούν για εκβιασμό απένατι στο λαό σηκώνοντας ψηλά το δάχτυλο και υψώνοντας τον τόνο της φωνής τους μέσα στη Βουλή, επιτιθέμμενοι πάντα προς  όλες τις πλευρές.

Και για πείτε μας λοιπόν κύριοι, εσείς δηλάδή τι ακριβώς κάνετε;

Σήμερα στη Δύση

5a6a583a30ad1c1e5a887e95acc28081

Είμαι ο Μωχάμετ, είμαι δεκατεσσάρων ετών και κατάγομαι από το τη Συρία.

Τα τελευταία πέντε χρόνια μένω στην Αθήνα με τη μητέρα μου και τις δύο μεγαλύτερες αδερφές μου. Φύγαμε από το σπίτι μας γιατί είχε γίνει πια εμπόλεμη ζώνη και στο δρόμο προς την Ελλάδα χάσαμε και τον πατέρα μας. Κοιμόμασταν για αρκετό καιρό σε στάβλους, φορτηγά γεμάτα πρόσφυγες και στο δρόμο.. Επιτέλους μετά από πολλούς μήνες καταφέραμε να βρούμε στέγη σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο, κοντά στο κέντρο της Αθήνας , όπου κατοικούσαν άλλες τρεις οικογένειες από τη Συρία.

Εγώ τότε σκεφτόμουν πως μέσα στην ατυχία μου είμαι πάρα πολύ τυχερός που πλέον ζω στη γενέτειρα του πολιτισμού και ονειρευόμουν να πάω σχολείο μια μέρα και να μπω σε αυτό το τεράστιο πανεπιστήμιο στο κέντρο της Αθήνας. Μάλλον με την αθωότητα ενός παιδιού ξεχνούσα να κοιτάξω γύρω μου τους «όμοιούς» μου. Κι έτσι συνέχισα να ονειρεύομαι στον κόσμο μου τεράστιες βιβλιοθήκες με εμένα χωμένο μέσα, και με φανταζόμουν μεγάλο και τρανό γιατρό ή επιστήμονα. Μαζεύοντας άδεια μπουκάλια μπύρας και χαρτόνια ή σιδερικά απ’ τα σκουπίδια και ακούγοντας πίσω απ’ την πλάτη μου να με αποκαλούν Πακιστανό.

Προχθές το βράδυ συνάντησα πορεία στο δρόμο για το σπίτι και αναγκαστικά έπρεπε να περάσω ανάμεσα απ’ τον κόσμο αν ήθελα να φύγω νωρίς από εκεί. Φουριόζος λοιπόν κι εγώ πήγα περάσω με το βλέμμα κάτω και δεν παρατήρησα τι είδους πορεία ήταν αυτή. Μέχρι που ένιωσα να μου κόβεται η ανάσα από μια γροθιά στην πλάτη και να πέφτω κάτω από μια τρικλοποδιά. Οι αρβύλες έπεφταν σα βροχή στο κεφάλι, στην κοιλιά, στην πλάτη μου, παντού! Μέχρι που λίγο πριν λιποθυμήσω παρατήρησα τον αγκυλωτό κόκκινο σταυρό σε ένα πανό και πολλούς καράφλες και κατάλαβα.. Μέσα στη ζαλάδα μου κατάλαβα κάποιος να με τραβάει απ’ το πλήθος και τότε είναι που έχασα τις αισθήσεις μου εντελώς.

Όταν ξύπνησα ήμουν σε ένα κρεββάτι νοσοκομείου και με ρωτούσαν τα στοιχεία μου. Εγώ με το που κατάλαβα που είμαι και πονώντας τρομερά παντού, σηκώθηκα, όπως- όπως κι έφυγα τρομοκρατημένος μην με παραδώσουν στην αστυνομία. Άλλοι από κει. Αυτοί θα με έστελναν πίσω στη Συρία.

Αλλά από την άλλη, μπορεί να ήταν και καλύτερα.